Βάλτο να παίζει, μεγάλε, τέρμα, σου λέω, γιατί φεύγω εδώ και τώρα και κανένα γραφείο δεν με κρατάει όσο κι αν θέλουν.
Πίσω μου μετράνε σφαίρες και αλλάζουν χέρια γραφεία και βαριέμαι όσο δεν φαντάζεσαι.
Ακολουθεί η εξιστόρηση της άδειας "που άργησε (σχεδόν) ένα μήνα" αλλά ήταν αρκετά καλή ώστε να με κάνει να ξεχάσω (σχεδόν) ότι είμαι φαντάρος.
Οι πρώτες τρεις μέρες πέρασαν με εναλλαγές μπόλικου ύπνου,
λιγοστού ύπνου και ύπνου σε λάθος ώρες. Είναι ο τρόπος που δεν προβλέπεται για
το στρατό.
Τζαστ φάην ρε.
Έφαγα ό,τι σκατά έβρισκα μπροστά μου, σφολιάτες, σοκολάτες,
μπύρες για πρωινό, ρακές, ούζα και αυγά στο τηγάνι. Είτε πήγαινα στο Νέο Κόσμο,
είτε στα Εξάρχεια, είτε τριγύρναγα στο δρόμο από κάπου μακριά άκουγα κάτι σε bluesνα
παίζει. Άλλες φορές ήταν ιδέα μου άλλες φορές το άκουγα όντως. Νομίζω ότι ήταν Roryπάντως.
Τη Δευτέρα –ή να ‘ταν Τρίτη;– έφυγα για τα πάτρια εδάφη στη
Μαγνησία. Εκεί που κάθε φορά που πήγαινα ή έφευγα (τουλάχιστον για τον καιρό
που είμαι φαντάρος) έβρεχε. Βρέχει. Λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι
η υγρασία.
Στην επαρχία είναι αλλιώς τα πράγματα και ο ρατσισμός είναι
απενοχοποιημένος στην καθημερινότητα. Κανείς δεν θα κοιτάξει τον άλλο περίεργα
αν πει κάτι όπως «Ωραία μού ‘κανε τα κεραμίδια ο Αλβανός». Άντε, ίσως κάποιος
τρελός να κρατήσει μια σημείωση στη χειρότερη.
Πέρασα μερικές μέρες ησυχίας στο πατρικό μου και είδα
μερικούς συγγενείς και μερικούς συμμαθητές από το σχολείο που πλέον όλοι έχουν
τις ζωές τους. Ειδικά αυτοί που δεν είδα εκεί. Μου λένε για γάμους, αρραβώνες,
παιδιά, ταξίδια, φορολογικές δηλώσεις και εμένα μου φαίνονται εντελώς ξένα.
Πότε η Δανάη πρόλαβε να μείνει έγκυος, πότε να γεννήσει, πότε ο μπέμπης να
μεγαλώσει ούτε κατάλαβα. Μέχρι να γυρίσεις το κεφάλι σου θα πηγαίνει στα νήπια,
που θυμάμαι όταν πρωτοήρθα στο χωριό και με στείλανε νηπιαγωγείο, πήγαινα μαζί
με τη Δανάη και τη Νατάσσα και τους είχα στείλει ραβασάκι –καλέ αυτό είναι
προχωρημένο, γράφει από τώρα– ότι μου αρέσει πολύ να κάνω παρέα μαζί τους και
δεν είχα αποφασίσει ποια μου αρέσει περισσότερο. Φυσικά δεν είχα ιδέα πώς.
Θυμάμαι όμως ότι με ψιλοσνομπάρανε όμως και ότι εγώ πολύ είχα ντραπεί και μετά
τις απέφευγα. Όχι πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι θα εξελισσόταν σήμερα ένα
αντίστοιχο σενάριο. Συμπερασμα; Δεν αλλάζω και πολύ τελικά ή τουλάχιστον όσο θα
ήθελα.
Κοίτα να δεις λοιπόν από πού ξεκινάμε και πού καταλήγουμε.
Στο χωριό λοιπόν είδα τον ξάδερφο, και την Άννα «την
Ιαχωβού» όπως τη λέγανε την τυχερή που γλύτωνε το μπόλιασμα των Θρησκευτικών,
και τη Γεωργία που κάνει ξινές φάτσες για τον κόσμο και τα ‘χει με έναν ξάδερφο,
και είδα και το Γιώργο που μικρά παίζαμε το Spiderman και φτιάχναμε γκάτζετς από ξύλο, χαιρετάγαμε ο ένας τον
άλλο από μακριά με ποιμενικά σφυρίγματα, ακούγαμε Scorpions, παίζαμε σκάκι και αρχίσαμε να
μαθαίνουμε μουσική (αυτός μπουζούκι κι εγώ κιθάρα) αλλά μετά δεν κάναμε τόση
παρέα γιατί ένας κομπλεξικός φίλος του (που προφανώς ζήλευε που κάναμε τόσο
καλή παρέα με το Γιώργη) έβγαζε βρώμες ότι και καλά είμαστε αδερφές και
περισσότερο κομπλεξικοί εμείς αραιώσαμε κι εγώ πολύ θυμάμαι στενοχωρήθηκα γιατί
αυτός άρχισε να κάνει παρέα με έναν πολύ χριστιανό που είχε πολλές ιστορικές
γνώσεις, με έναν υπολογιστάκια ντράμερ που κατέληξε να παίζει κλαρίνο, με έναν
πληκτρά με κοινωνικές φοβίες, ένα τσομπάνη και ένα μπάτσο – ε, όλοι αυτοί
κάνανε μπάντα και παίζανε Savatageκαι UFO
και τέτοια κι εγώ ποτέ σε μπάντα δεν έπαιξα. Μετά ο Γιώργος πήγε στην Άρτα να
σπουδάσει μπουζούκι στο Λαϊκής και Παραδοσιακής και τους φίλους του εκεί, τον
Δαμ. και τον Διον. τους γνώρισα εγώ στην Αθήνα και στον Αυλώνα αργότερα γιατί
«τελικά ο κόσμος είναι πάρα πολύ μικρός» όπως λέω στο -2 κι εκεί οφείλεται
εκείνη η παρατήρηση.
Φυσικά όλα αυτά δεν έχουν καμιά σημασία κι απλά γράφω ότι
μου κατεβαίνει στο κεφάλι. Απλά εκμεταλλεύομαι το άδειο δεύτερο γραφείο και
όλοι με κοιτάνε περίεργα που πυροβολώ τα πλήκτρα με μια ταχύτητα που δεν ήξερα
ότι ήμουν ικανός να πληκτρολογώ.
Και είδα και το Γιώργο και τη Δανάη λοιπόν, και την αδερφή
της Δανάης, τη Μυρτώ που σπούδασε κάτι με Αρχιτεκτονική και θέλει τώρα να κάνει
τη διπλωματική της σε κάτι με τη σύγκριση αυτοσχεδιασμό στη μουσική και την αρχιτεκτονική.
Τι να πεις, εγώ μια ζωή μικρή θα την θυμάμαι, ως τη μικρή αδερφή της Δανάης που
της μοιάζει.
Κι έτσι πέρασαν 3-4 μέρες στο χωριό. Την τελευταία το πρωί
με πήγε ο φάδα ως το ΚΤΕΛ στην πόλη, για να πάρω το λεωφορείο για το χωριό του
Δ. την γνωστή μου (από 5-6 ταξίδια πέρυσι) Ροδαυγή.
Μας έφτιαξε καφέ σε πλαστικό μια πολύ όμορφη ξανθιά πριν
φτάσουμε στο ΚΤΕΛ και κάπνισα με λίγες ενοχές μπροστά στον πατέρα μου, επειδή
έχει εκδηλώσει επιθυμία να το ξαναρχίσει το κάπνισμα κι εγώ του λέω καλύτερα
όχι.
Έφτασα στα ΚΤΕΛ και έβγαλα εισιτήριο και συνειδητοποίησα ότι
το κτελ ιωαννίνων ΔΕΝ ΔΕΧΕΤΑΙ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΤΥΠΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟΥ. Ολόκληρο το
πλήρωσα και τους έβριζα στη μισή διαδρομή, τους απαράδεκτους.
Με δυο ώρες ύπνο, βέβαια, μετά το βρίσιμο με πήρε γρήγορα ο
ύπνος και δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα με τα φαντεζί Μετέωρα στα δεξιά μου, ούτε με
την επαγγελματική ταμπέλα «Στεφανής» που εδώ πουλάει Σιδηρά Υλικά και στην
Κύπρο είναι κατάστημα με ηλεκτρικά. Απλά σκέφτηκα ότι πρέπει να ξεχνώ λίγο πιο
αποτελεσματικά το Δεν Ξεχνώ της Κύπρου, τουλάχιστον όσο είμαι σε άδεια.
Γιάννενα-Άρτα καφές-Ροδαυγή.
Εδώ είμαστε. ΒΟΥΝΌ ΡΕ. ΑΚΟΥΤΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΟΥΝΟ;
Πουρνάρια, έλατα, καρυές, καστανιές, βλάστηση, αυτό είναι
κλίμα. Το καλύτερο κλίμα. Και μου θυμίζει το χωριό του μακαρίτη του πάππου μου,
την Οξυά και μακάρι να πήγαινα κι εκεί λίγο. Εδώ έχουμε το Δ. όμως και παρέακι
και μουσικές και τσίπουρα και «μεγάλη ζωή και είμαστε λαρτζ» που λέει κι αυτός.
Είναι τύπου όλντερ μπράδερ η σχέση. Τρώω πού και πού τα κολλήματά μου όσο δεν
έχω τι να κάνω και περιδιαβαίνω νοητικά και τέτοια –ε μα δε μπορώ κάθε μέρα έξω
και στις ίδιες φάσεις και μέχρι το πρωί– αλλά περάσαμε και ωραίες φάσεις.
-182
Ροκανίζω το χρόνο.
Βλέπω ανθρώπους και πάντα κάτι λείπει. Αίσθηση αδυναμίας. Συνειρμοί από μυρωδιές
και μικρά ταξίδια σε χωροχρονοάχρηστες γωνιές. Μου λείπει το στρατόπεδο;
Μου λείπει σημείο
αναφοράς γενικότερα. Με μια βαλίτσα στο χέρι, σε συνεχή αναμονή. Το μέλλον μου
είναι τόσο στον αέρα που αν αύριο το πρωί με χτυπήσει νταλίκα δεν έγινε και τίποτα.
Ρε, λέμε φωνάξτε την και τώρα.
Το πρόβλημά μου δεν
είναι ότι είναι «όλα τόσο επιφανειακά» ή κάτι τέτοιο. Είναι ότι παρόλο που
είναι επιφανειακά εγώ δεν μπορώ να τα αγγίξω.
Σε λιγότερο από τρεις
μήνες θα είμαι ελεύθερος πολίτης. Μπορεί να φαίνεται μακριά αλλά είναι και
κοντά. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και στο επόμενο πλάνο θα τραγουδάω κι εγώ με μια
φρεσκοπλυμένη φόρμα παραλλαγής συν ρουφιάνο συν ελληνική σημαία τον εθνικό ύμνο
στο 319 ρεμίξ, δίπλα σε κάμποσα άτομα που με τα περισσότερα θα με ενώνει μόνο τα
πράσινα που φοράμε και το hitπου
τραγουδάμε.
Μου είπαν σήμερα ότι
μετά την περίοδο της θητείας σου, για περίπου ένα εξάμηνο είσαι χαμένος. Τι μου
λες τώρα; Τι άλλο να χάσω; Ή μάλλον πόσο να χαθώ; Όσο οι φόβοι μένουνε κόμποι
και τους μετράω, δεν θα κάνω και τίποτα.
Χωρίς την παραμικρή
βάση πέραν της γονικής εστίας στο χωριό, θέλω να νιώσω πιο ελεύθερος από ποτέ
και να μην πισωγυρίσω. Το ‘γραφα από μικρός, το λέω και τώρα, στην άκρη της
αβεβαιότητας. Ματαιότητα – αβεβαιότητα. Η στρατικοποίηση τα προλαμβάνει; Τα
συγκρατεί ίσως, αλλά ξεχύνονται από παντού.
Και πόσο ακόμα να
παρατηρείς όμως; Ως πότε αυτή η σπουδή; Μου μαθαίνει κάτι ή αρχίδια;
-186
Κυριακή αργό πρωινό
ξύπνημα στην Άρτα, στο σπίτι που έζησε ο Νιόνιος όσο φοιτούσε εδώ πάνω, σε ένα
καταπληκτικό δίπατο κοινόβιο, μονοκατοικία, απλά καταπληκτικό. Ξύπνημα αργά και
μικρή εκδρομή στην Κόπραινα για να κυνηγήσουμε σαμιαμίδια, να πιούμε ούζα, να
φάμε ψάρι, να γεμίσει το μάτι μας ορίζοντα και σε μια ετερόκλητη μεγαλοπαρέα να
βρούμε κοινούς τόπους, μέχρι που μας έθλιψε όλους η είδηση ότι σκοτώθηκε ένα
νεαρό παλικάρι και η προσπάθεια δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Σταματήσαμε να
προσπαθούμε γιατί η μυρωδιά του θανάτου είχε γίνει ένα με μια ελαφριά μέθη, με
τον ήχο μιας τηλεόρασης που έπαιζε κλαρίνα από Κυριακή στο Χωριό και ενός ραδιοφώνου
που έπαιζε λαϊκά του 50, και με την αντανάκλαση του ήλιου σε ένα ποδήλατο
απέναντι.
-189
Δεν ξέρω για Rory, αλλά όλως περιέργως
όπου κι αν πάω αυτό το απόγευμα, ακούγεται TimBuckley. Και στο Ταυ στο Μοναστηράκι και
στο δρόμο και στην Αρχοντία όταν κάθομαι ακούγεται από το Ντόκτορ Φίλγκουντ ο
Τιμ και σκαλώνω. Μέσα σε 3 ώρες, σε 3
διαφορετικούς χώρους, ο Tim.
-190
Ένα πράγμα είναι ο
στρατός. Τσακίζει το χρόνο. Και την αυτογνωσία. Σε ένα αστικό χώρο που
ασφυκτιά, δεν υπάρχει φιλία, υπάρχει επιλογή. Εκεί όμως, σ’ αυτό το λίγο χρόνο
ξεβρακώνεται ο καθένας.
Τα μονόλεπτά σου θα
ομολογήσεις. Όχι αν ξέρεις κιθάρα. Όλα είναι εν δυνάμει. Τόλμα.
Κι αν κάποτε βρεθείς
στο Πάνορμο, πήγαινε στον Βάρδη τον Παρασύρη, στην τελευταία ταβέρνα στην
παραλία και πες του να σε βάλει να φας, να πιεις, να κοιμηθείς και θα σου
βγάλει και τα εισιτήρια να γυρίσεις και πες του ότι θα έρθει ο Δ. ο φίλος σου ο
ηθοποιός.
(Δ. Τζουμ.)- Μ’ αυτόν
τον άνθρωπο θα ήθελα να γράφω συνέχεια τι λέει. Μου έβαλε στην τσέπη ένα
χαρτονόμισμα ακριβώς λίγο πριν φύγει με τη μηχανή του. Μα κάνει τόσο δραματικές
εξόδους. Γίνεται να κάνει καλύτερες εξόδους από εισόδους;
-191
Ένα αδιάφορο λάηβ.
Σχεδόν διεκπεραιωτικό. Δεν με βοήθησε και πολύ ο ήχος για να νιώσω καλά. Χάρηκα
όμως που είδα γνώριμες φάτσες. Είδα και τον Λεπού και τον Κρητικό. Και λίγες
ώρες μετά θα έφευγα, πίσω για το νησί. Τουλάχιστον φρόντισα να μουδιάσω όσο
μπορούσα περισσότερο για το σοκ που με περίμενε.
Ακολουθεί φώτο άλμπουμ της "άδειας-ρε-vol.II".
Φεύγω
Φτάνω
Καφές. Λάθως.
Αλίκη Ι
Αλίκη ΙΙ
Αλίκη ΙΙΙ
Ρόδον
Κεντρί
Δίπλα τα Μετέωρα.
Και ο άνθρωπος.
Και η φύση.
Και το λεωφορείο.
Κακολάγκαδο.
Πορτοκάλι Κουρδιστό.
Γιαγιάδες σε απόγνωση.
Κακολάγκαδο ΙΙ - Η επιστροφή του αλόγου
Μυροβόλος - Τσαλαμπούνης
Μυυροβόλος - Τσαλαμπούνης + γιαννιώτισσα σε απόγνωση/κατάκτηση
Ξύπνημα, πρωινό, άνοιγμα γραφείου, καθαριότητες, καφές δικός μου, καφές του Dallarice, ερκοντίσιον στο φουλ, το γραφείο τον περιμένει.
Το κυλικείο κατακλύζεται από παλιά στελέχη φορώντας τα καλά τους για να φύγουν και νέα στελέχη που φοράνε τα καλά τους και μας έρχονται.
Κάποιος ακούγεται να λέει σε ένα παλιό γνωστό του
"Μου βρήκες σπίτι ρε; Πού θα πάω να γαμηθώ; Στο δρόμο;"
Το μεσημέρι χαζεύουμε με το παρεάκι και συζητώντας κάτι, ο Γένι διακόπτει με ένα εισερχόμενο σήμα από αλλού "τώρα θέλω να φάω τσουρέκι". Συνεχίζουμε και μας διακόπτει ένα επόμενο σήμα "μερικές φορές εκνευρίζομαι από τα όρια του ανθρώπου κι απ'το πόσα μπορεί να αντέξει".
Συμφωνώ με τα περισσότερα που λέει. Ανήσυχα πνεύματα ψάχνουν θέσεις σε αρχικά φωνήεντα.
Τουλάχιστον αυτά που καταγράφω έχουν πάψει να είναι "κουρεοκεντρικά", που λέει και ο Κάπα Ρο. (Κ-Ρ). Γυρίζω πλέον το περισκόπιό μου σε συγκεκριμένες σκηνές.
Ας πούμε, στη Σκοπιά 21η με το Νεκροθάφτη. Αποτυχημένο κωδικό όνομα γιατί αυτό είναι το επάγγελμά του.
Ο Νεκροθάφτης είναι εξ' αναβολής απόφοιτος δημοτικού που λόγω άρνησης στράτευσης θα κάνει 6 μήνες παραπάνω θητεία ή θα πληρώσει ένα πρόστιμο γύρω στα 5μιση κατοστάρικα. Είναι από την Κρήτη, από Αλικαρνασσό και δούλεψε πρώτα για καιρό στα παξιμάδια τα Κρήτης Γη, καλά λεφτά. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο δουλεύει στο νεκροπωλείο/κηδειοπωλείο ενός τύπου που είναι και δήμαρχος στις αρχάνες (νομίζω) και έχει λεφτά. Και εκεί κάθεται για 3-4 ώρες να σηκώνει τηλέφωνα και παίρνει κανά 40άρι ευρώ. Μπόνους 70 ευρώ ανά κηδεία για να κατεβάζει το φέρετρο και να ρίχνει και την πλάκα μετά. Η εκταφή βέβαια συμφέρει καλύτερα. 150 με 200 ευρώ για μια δουλειά 15 λεπτών. Έχει πεθάνει ο άλλος, βγάζεις το χώμα με τα χέρια, το φέρετρο έχει λιώσει, το ίδιο και οι σάρκες, βάζεις γάντια, μαζεύεις κόκκαλα, τα πλένεις (όχι με χλωρίνη, γιατί δεν θα γίνουν ποτέ στάχτη, θα καρβουνιάσουν, έπρεπε να το πάθουν άνθρωποι για να το μάθουμε αυτό), και τα βάζεις σε μπαουλάκι. Απλό.
Βέβαια, στα παραπάνω μπορεί να έχεις και ιστορίες περίεργες. Ας πούμε σε ενταφιασμό, αφού μπει η πλάκα χρειάζεσαι άδεια για να ξεσφραγίσεις τάφο, και δυστυχώς για τους λοιπούς νεκραναστηθέντες (ημίθεους και συνημίθεους) εντός τριημέρου -που συμβαίνει συχνότερα απ' όσο μαθαίνουμε- δεν υπάρχει απλά μια στρόγγυλη πέτρα να την κλωτσήσει τύπος. Εδώ έχει τσιμεντωμένη πλάκα. Και ο ίδιος δεν το πίστευε μέχρι που άκουσε χτυπήματα μέσα από φέρετρα πρόσφατα ενταφιασμένων τύπων. Κι όμως, νεκραναστάσεις συμβαίνουν. Και κόσμος πλέον, λένε, τους αγνοεί μάλλον γιατί θρησκείες έχουμε ήδη αρκετές.
Στους εκταφιασμούς όμως μπορεί να πάνε άλλα πράματα στραβά. Να πας δυο χρόνια μετά την ταφή και να βρεις άλιωτο το σώμα και γυρισμένο πλάγια. Ή να πας 20 χρόνια μετά σε ξεχασμένο τάφο και να βρεις μόνο στάχτες. Η τελευταία περίπτωση ήταν ξεχασμένη, σε χωριό και στον τάφο που άνοιξαν και μέσα βάλανε έναν καινούριο που πέθανε από το πολύ ποτό. Αλλά επειδή μύριζε άσχημα από το πολύ ποτό, τον είχαν βάλει μέσα σε σακούλες κι έτσι και σε 20 χρόνια να ανοίξουν τον τάφο, ακόμα δεν θα 'χει λιώσει γιατί οι σακούλες μάλλον δεν ήταν βιοδιασπώμενες και θα κάνουν καιρό να λιώσουν.
Στην τελευταία του άδεια, την τελευταία μέρα, γνώρισε καλύτερα (όχι ακόμα βιβλικά) την κόρη συναδέλφου του και τώρα φοβάται μην το μάθει ο συνάδελφος νεκροθάφτης. Αλλά αγαπιούνται με την κοπέλα και αυτή περνάει χρόνο σπίτι του με τα αδέρφια του και τέτοια. Το περίεργο (όχι βέβαια για αυτόν - θα χρειαστεί μάλλον τρίτη περίπτωση για να αναγνωρίσει ένα πάτερν στη ζωή του και να αναζητήσει την λέξη "φετίχ" για το λεξιλόγιό του) είναι ότι και η προηγούμενη σχέση του ήταν με κόρη νεκροθάφτη. Τα τρία χρόνια ήταν κρυφή η σχέση μέχρι που έμαθε ο πατέρας της ότι η κόρη του τα 'φτιαξε με νεκροθάφτη και ήθελε να τους χωρίσει γιατί τι-θα-πει-ο-κόσμος. Έτσι την έστειλε διακοπές την κόρη του με φίλες της, "τον λόγω/τω λόγω που να μην τη βρω εγώ" αλλά αυτός την βρήκε και την έκλεψε και την κράτησε σπίτι του για 20 μέρες και όταν ο πατέρας τον ρωτούσε αν είδε την κόρη του, αυτός δεν ήξερε τίποτα και πήγε να πάει από καρδιά του ο πατήρ νεκροθάφτης αλλά του χρειαζόταν τέτοιος που ήταν. Συγνώμη, "τέτοιος που είναι", παρασύρθηκα στον μακάβριο παρατατικό. Μετά του την επέστρεψε και του είπε μην τολμήσει να τη δείρει και όντως ο μεγάλος νεκροθάφτης άκουσε τον μικρό. Άλλους 6 μήνες κράτησαν σχέση κρυφή μέχρι που το διέλυσαν γιατί ο Νεκροθάφτης δεν άντεχε άλλο τον μπαμπά της. "Ποτέ ξανά" λέει.
Μετά πήγαμε αναπόφευκτα στο ότι η ζωή είναι μικρή. Και ότι κάνει αυτό το επάγγελμα που κόσμος σιχαίνεται και όταν τον κορόιδευαν στον Αυλώνα, αυτός χτύπαγε τους ώμους του και έλεγε "όλοι από εδώ θα περάσετε". Αλλά "πέρα από την πλάκα" δεν μπορεί να "κάνει αυτό που κάνει" σε μικρά παιδιά και νέους που φύγανε από ατύχημα. Και μου λέει για 8 άτομα νεαρούς που σκοτώθηκαν σε παραλιακή στο Ηράκλειο, γνωστούς του που τράκαραν και αποδήμησαν οι 7 - ο οδηγός έζησε. "Κανείς δεν ξέρει την ώρα που θα φύγει" λέει. "Μου 'χει τύχει να δω άνθρωπο στις 3 το πρωί και 5 το πρωί να 'ναι σκοτωμένος". Ένας άλλος φίλος του για να μην πέσει σε νταλίκα πάνω, έριξε το αμάξι σε γκρεμό και σκοτώθηκε εκεί. Ένας άλλος φίλος του οδηγούσε μηχανή μπροστά του, "του την παίξανε ανάποδα" και σκοτώθηκε μπροστά του. Είναι να απορεί κανείς με όσα συμβαίνουν γύρω του. Κάπως έτσι γεννιούνται οι προκαταλήψεις.
Α - και θέλει να του πούνε και την ιστορία για το φαντασματάκι της ΑΩ!
--------------------------------------------
Μετά άραξα πάλι στην εξέδρα με τα παιδιά και πολύ γελάσαμε με τον Χρωματιστό και τις ιστορίες που λέει ο ίδιος για τον εαυτό του.
Είναι φυσιοθεραπευτής και άλλα 5 επαγγέλματα. Η μάνα του είναι υποστράτηγος, αντισυνταγματάρχης, αρχιλοχίας και σύντομα δεκανέας αλλαγής (λέει ο κρητικός) - κάθε βδομάδα και άλλο.
Κάποια στιγμή είχε λεφτά και έκανε πραγματικότητα το όνειρο ενός φίλου του για PS3 και αργότερα όταν ο φίλος του απέκτησε ένα Γιαμάχα ρο ένα (μηχανή) του το σκότωσε για ένα χιλιάρικο. Αυτός το πήρε και κάποια στιγμή τράκαρε με νταλίκα, τον πήγαν αναίσθητο εντατική και ήρθε μετά στην εντατική η αστυνομία με φωτογραφίες του ατυχήματος, του τις δείχνανε και τον ρώταγαν γιατί είναι ζωντανός.
Μια άλλη φορά του κλέψανε το αμάξι και το τρακάρανε και κάηκε ο κλέφτης με το αμάξι, τον πήγαν στο νεκροτομείο και κάλεσαν τον αδερφό του και τη μάνα του για αναγνώριση και η μάνα του έκλαιγε και δεν άντεχε να το κάνει και πάει ο αδερφός του πάνω από το απανθρακωμένο πτώμα και λέει "Δεν είναι αυτός ο Χρωματιστός! Δεν έχει τα κιλά του!!" και πιο μετά γύρισε σπίτι (μάλλον δεν είχε κινητό το παιδί) και τέλος καλό όλα καλά.
Μια άλλη φορά πήγε να πηδήξει μια 16χρονη γκόμενα τούμπανο με κάτι βυζιά ως εκεί πάνω (σαν από μάνγκα λέμε) ως στο σπίτι της και έμεινε εκεί το βράδυ και όταν κοιμόταν αυτή, του την έπεσε η 12χρονη αδερφή της που επίσης είχε βυζάρες ως εκεί πάνω (!) και μάλλον είχε μάθει από την αδερφή της πόσο καλά γαμάει αυτός και ήθελε να είναι ο Χρωματιστός ο πρώτος της και -ε και τι να κάνει- τη γάμησε κι αυτήνα. Τι δεγκαταλαβαίνεις;
Από τη χτεσινή έξοδο. Βραχάκια, ρούμι και συμπάθεια.
Από τη χτεσινή έξοδο. Βραχάκια, ρούμι και συμπάθεια. ΙΙ
Μικρή συνταγή παραλογισμού για κουλουράκια από τον προηγούμενο υποδιοικητή
που μάλλον είχε διαβάσει το "Style guides for dummies"
Παίρνω ανάσα και μπαίνω στο εστιατόριο για να ξεκινήσει η μέρα με το πρωινό και ακούς το Σταύρο Μιχαλακάκο να τραγουδάει «Να με καταστρέψεις γλυκά», κι ακούγεται τόσο γλυκό, όπως μου συμβαίνει δηλαδή και με την Άννα Βίshη – εδώ μου ακούγονται διαφορετικοί και καλύτεροι, σαν το καλό κρασί, το καλό τσίπουρο ή την καλή φούντα (μου λένε) που έχουν καλύτερη γεύση στον τόπο που βγαίνουν. Είναι μια αίσθηση μαγική που δεν μπορώ να εξηγήσω..
Σήμερα αύδμ ήταν ο Dallarice που είναι υπεύθυνος και του γραφείου με τα τοψίκρετ.
Για να το θέσω ωμά, με βέλαξε. Το μοναδικό διάλειμμα που έκανα σαββατιάτικα πριν πάω να χαιρετήσω το απόγευμα τη σημαία ήταν στο καταμεσήμερο που πήγα στη σκοπιά.
Ας ανοίξω μια μικρή παρένθεση για το ρήμα «βελάζω» που έχω την εντύπωση ότι αν ανοίξεις λεξικό θα λέει ότι είναι ενεργ. αμτβ. Πιο πριν το άκουγα κυρίως στο χωριό μου και ποτέ σε πρώτο ενικό, εκτός κι αν είσαι ηλίθιος και σε ρωτάνε «τι κάνεις εκεί» και απαντάς «βελάζω», γιατί η μοναδική του σημασία είναι ότι παράγεις τον χαρακτηριστικό ήχο «μπε» που παράγει για επικοινωνία μια κατσίκα ή ένα πρόβατο.
O Κριαράς λέει ότι είναι μεσαιωνικό και ένας Έλλην απόστρατος σε άρθρο του τη θέλει αρχαία δωρική λέξη, απ' την οποία βγαίνει και το “βλάχος”. Διαλέχτε και πάρτε.
Η αλήθεια είναι ότι έχοντας συζητήσει πολύ με γίδια και έχοντας συχνά κάποιο υπό την προστασία μου, (νοητική σημείωση – να μιλήσω κάποια στιγμή για την κατσίκα που την έλεγαν Φλώρα) έχω να παρατηρήσει ότι αυτό το «μπ» είναι πάρα πολύ ελαφρύ, δεν μπορούν να το αρθρώσουν καλά οι κατσίκες ή απλά είχαν θέμα άρθρωσης οι συγκεκριμένες που γνώριζα εγώ. Αυτές που άκουγα εγώ κάνανε ένα μ(ι)ε και το «ε» παρατεταμένο με ένα έντονο βιμπράτο που καταλήγει σε τρέμολο. Αλλά αυτά είναι από άλλη ιστορία, ιστορία για το χωριό και δεν αφορά το παρόν.
Στο στρατό, το «βελάζω» χρησιμοποιείται βεβαίως ως αμετάβατο, χωρίς να αναφέρεται στον ήχο της κατσίκας. Μεταφράζεται ως κουράζομαι, φλερτάρω με την ηλίαση, πάω από (βε)λάντζα σε σημαία κι από υπηρεσία σε αγγαρεία, τρέχω στον όρχο.
[ Αντί Υποσημείωσης: Τα πνευματικά δικαιώματα του προθέματος «(βε)» στη «λάντζα» ανήκουν στον Γένι. Που δεν πιστεύει σε πνευματικά δικαιώματα].
Επίσης (μπλαμπλα) γιατί μου αρέσει να μιλάω με στοιχεία και ντοκουμέντα.
Παράδειγμα «βέλαξα σήμερα στη μεσημεριανή λάντζα, είχε μπριζόλες και το λίπος στα ταψιά ήταν σαν να το βγάλανε από φάλαινα». Συναντάται όμως αρκετά χαρακτηριστικά και ως μεταβατικό, άρα παίρνει αντικείμενο, δηλαδή: «Με βέλαξαν πάλι σήμερα στο γραφείο» ή «ο αξιωματικός σήμερα είχε κέφια και με βέλαξε».
Σκοπιά 19η
…. Βέβαια η σκοπιά ήταν με τον Γένι άρα μόνο καλά μπορούσε να πάει.
Κάθε μέρα κι άλλο πάρτι. Σήμερα είχαμε photo-shootingsession στην ΑΩ με μπόλικες οδηγίες σχετικά με το πώς πρέπει να τραβηχτούν.
Τραβάμε μια σειρά από έγχρωμες φωτογραφίες (μας πήρε τρία βασανιστικά τέταρτα κάτω απ’τον ήλιο να αλλάζουμε πόζες, να ψάχνει κάδρα, να ψάχνουμε προψ) που είναι κάπως έτσι.
Θα πάρεις μόνο σύρματα και ουρανό. Ούτε δέντρα, ούτε φύλλα.
"Θέλω μια πλάγια" - τουλάχιστον με άφησε να τον βάλω στην άκρη του κάδρου
Έψαξε, βρήκε ένα λουλουδάκι από ένα θάμνο.
Μετά μου είπε για την αναφορά σε μια ταινία,
νομίζω στους Λοχαγούς του Απρίλη.
"Θέλω μια να σημαδεύω το φακό
αλλά δεν ξέρω πώς θα φαίνεται
το φως του ήλιου από πίσω".
Εμένα μ'αρέσει πάντως.
Μια από μπροστά στο σπιτάκι στη σκοπιά.
Ε, μη στήνεσαι όλη την ώρα.΄
Άσε να σε πάρω μια αυθόρμητη.
"Εδώ θέλω το φως και τη σκιά" Λίγο Counter Strike του είπα.
Αλλά ήθελε μια "in ac
"Α- και μια παρταλωδώς". Οκ απάντησα,
αλλά ήθελα και μια πιο κοντινή και στραβή ακριβώς από κάτω.
Greater than life - του λέω κλείνοντας το shooting session.
Και μετά τον ρωτάω τι θα τις κάνει και μου λέει ότι θα τις κάνει ασπρόμαυρες και θα τις βάλει μαζί με αυτές του πατέρα του και του παππού του, ότι ήταν κι αυτός σε κανά πόλεμο και τετοια.
Κάαααπως έτσι δηλαδή.
Ήταν ένα ήσυχο πρωινό του '54.
Κανείς δεν περίμενε αυτό που θα συνέβαινε.
Όχι σε καιρό ειρήνης. Όχι τότε.
Ένας περίεργος ήχος
έκανε τον ήρωά μας να ψάχνει αλαφιασμένος για εχθρό.
Κινήθηκε για να ψάξει την προέλευσή του.
Είδε κάτι να ξεπροβάλλει από το συρματόπλεγμα
στ' αριστερά του και γρήγορα έτρεξε να βρει κάλυψη
όπως του είχαν μάθει.
Δεν του πήρε ώρα να λύσει την υπόθεση.
Ένας εξωγήινος με ένα μικρό ορθογώνιο κουτάκι
στα χέρια, έβγαζε φως και χρώμα από τα χέρια του.
Του έδωσε μια ευκαιρία να φύγει πριν δώσει τέλος
στην παράδοξη ύπαρξή του.
Ο εισβολέας ήταν ειρηνικός. Απλά απεικόνιζε
τον ήρωά μας για ένα μελλοντικό λεύκωμα.
Μετά από μερικές φωτογραφίες τον ευχαρίστησε,
του άφησε ένα λουλούδι στην κάννη και του ψιθύρισε
στ' αυτί το μυστικό της ζωής.
Ο ήρωας το σκέφτηκε λίγα δευτερόλεπτα.
Έλυσε την εξάρτησή του και είπε ένα δεγαμιέται. Και από τότε ήταν για πάντα διαφορετικός.
Το επόμενο νούμερο ήταν αφιερωμένο στο σάουθπαρκ, στη σκατολογία και στην ανάπτυξη απόψεων περί καθαρισμού των σκατών σε κοινόχρηστες τουαλέτες. Σύμφωνα με τον Γένι, οι δρόμοι είναι τρεις και απλά διαλέγουμε τι παίρνουμε.
Ή ένας θα καθαρίζει τα σκατά όλων. (αναξέπταμπολ)
Ή ο καθένας τα δικά του (ιδανικό)
Ή κανείς κανενός. (για να δούμε ποιος θα αντέξει).
Για να μου επιβεβαιώσει ότι το τρίτο αποτελεί πιο βιώσιμη επιλογή από την πρώτη για τον ίδιο επιχειρηματολογεί λέγοντας ότι έχει μεγάλη προϋπηρεσία στην εστία, ότι έχουν περάσει και εβδομάδα χωρίς νερό και ότι ο ίδιος δεν έχει σχέση με τα ανόητα αυτά ταμπού.
Άσχετο, σήμερα επιστρέφει κι ο Λεπού (καιρός ήταν).