Showing posts with label Ακατ-άσχετα. Show all posts
Showing posts with label Ακατ-άσχετα. Show all posts

Saturday, 15 September 2012

-177 ως -192 "Άδεια ρε" (vol. II)


Βάλτο να παίζει, μεγάλε, τέρμα, σου λέω, γιατί φεύγω εδώ και τώρα και κανένα γραφείο δεν με κρατάει όσο κι αν θέλουν.
Πίσω μου μετράνε σφαίρες και αλλάζουν χέρια γραφεία και βαριέμαι όσο δεν φαντάζεσαι.
Ακολουθεί η εξιστόρηση της άδειας "που άργησε (σχεδόν) ένα μήνα" αλλά ήταν αρκετά καλή ώστε να με κάνει να ξεχάσω (σχεδόν) ότι είμαι φαντάρος.


Οι πρώτες τρεις μέρες πέρασαν με εναλλαγές μπόλικου ύπνου, λιγοστού ύπνου και ύπνου σε λάθος ώρες. Είναι ο τρόπος που δεν προβλέπεται για το στρατό.
Τζαστ φάην ρε.

Έφαγα ό,τι σκατά έβρισκα μπροστά μου, σφολιάτες, σοκολάτες, μπύρες για πρωινό, ρακές, ούζα και αυγά στο τηγάνι. Είτε πήγαινα στο Νέο Κόσμο, είτε στα Εξάρχεια, είτε τριγύρναγα στο δρόμο από κάπου μακριά άκουγα κάτι σε blues να παίζει. Άλλες φορές ήταν ιδέα μου άλλες φορές το άκουγα όντως. Νομίζω ότι ήταν Rory πάντως.

Τη Δευτέρα –ή να ‘ταν Τρίτη;– έφυγα για τα πάτρια εδάφη στη Μαγνησία. Εκεί που κάθε φορά που πήγαινα ή έφευγα (τουλάχιστον για τον καιρό που είμαι φαντάρος) έβρεχε. Βρέχει. Λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι η υγρασία.

Στην επαρχία είναι αλλιώς τα πράγματα και ο ρατσισμός είναι απενοχοποιημένος στην καθημερινότητα. Κανείς δεν θα κοιτάξει τον άλλο περίεργα αν πει κάτι όπως «Ωραία μού ‘κανε τα κεραμίδια ο Αλβανός». Άντε, ίσως κάποιος τρελός να κρατήσει μια σημείωση στη χειρότερη.

Πέρασα μερικές μέρες ησυχίας στο πατρικό μου και είδα μερικούς συγγενείς και μερικούς συμμαθητές από το σχολείο που πλέον όλοι έχουν τις ζωές τους. Ειδικά αυτοί που δεν είδα εκεί. Μου λένε για γάμους, αρραβώνες, παιδιά, ταξίδια, φορολογικές δηλώσεις και εμένα μου φαίνονται εντελώς ξένα. Πότε η Δανάη πρόλαβε να μείνει έγκυος, πότε να γεννήσει, πότε ο μπέμπης να μεγαλώσει ούτε κατάλαβα. Μέχρι να γυρίσεις το κεφάλι σου θα πηγαίνει στα νήπια, που θυμάμαι όταν πρωτοήρθα στο χωριό και με στείλανε νηπιαγωγείο, πήγαινα μαζί με τη Δανάη και τη Νατάσσα και τους είχα στείλει ραβασάκι –καλέ αυτό είναι προχωρημένο, γράφει από τώρα– ότι μου αρέσει πολύ να κάνω παρέα μαζί τους και δεν είχα αποφασίσει ποια μου αρέσει περισσότερο. Φυσικά δεν είχα ιδέα πώς. Θυμάμαι όμως ότι με ψιλοσνομπάρανε όμως και ότι εγώ πολύ είχα ντραπεί και μετά τις απέφευγα. Όχι πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι θα εξελισσόταν σήμερα ένα αντίστοιχο σενάριο. Συμπερασμα; Δεν αλλάζω και πολύ τελικά ή τουλάχιστον όσο θα ήθελα.
Κοίτα να δεις λοιπόν από πού ξεκινάμε και πού καταλήγουμε.

Στο χωριό λοιπόν είδα τον ξάδερφο, και την Άννα «την Ιαχωβού» όπως τη λέγανε την τυχερή που γλύτωνε το μπόλιασμα των Θρησκευτικών, και τη Γεωργία που κάνει ξινές φάτσες για τον κόσμο και τα ‘χει με έναν ξάδερφο, και είδα και το Γιώργο που μικρά παίζαμε το Spiderman και φτιάχναμε γκάτζετς από ξύλο, χαιρετάγαμε ο ένας τον άλλο από μακριά με ποιμενικά σφυρίγματα, ακούγαμε Scorpions, παίζαμε σκάκι και αρχίσαμε να μαθαίνουμε μουσική (αυτός μπουζούκι κι εγώ κιθάρα) αλλά μετά δεν κάναμε τόση παρέα γιατί ένας κομπλεξικός φίλος του (που προφανώς ζήλευε που κάναμε τόσο καλή παρέα με το Γιώργη) έβγαζε βρώμες ότι και καλά είμαστε αδερφές και περισσότερο κομπλεξικοί εμείς αραιώσαμε κι εγώ πολύ θυμάμαι στενοχωρήθηκα γιατί αυτός άρχισε να κάνει παρέα με έναν πολύ χριστιανό που είχε πολλές ιστορικές γνώσεις, με έναν υπολογιστάκια ντράμερ που κατέληξε να παίζει κλαρίνο, με έναν πληκτρά με κοινωνικές φοβίες, ένα τσομπάνη και ένα μπάτσο – ε, όλοι αυτοί κάνανε μπάντα και παίζανε Savatage και UFO και τέτοια κι εγώ ποτέ σε μπάντα δεν έπαιξα. Μετά ο Γιώργος πήγε στην Άρτα να σπουδάσει μπουζούκι στο Λαϊκής και Παραδοσιακής και τους φίλους του εκεί, τον Δαμ. και τον Διον. τους γνώρισα εγώ στην Αθήνα και στον Αυλώνα αργότερα γιατί «τελικά ο κόσμος είναι πάρα πολύ μικρός» όπως λέω στο -2 κι εκεί οφείλεται εκείνη η παρατήρηση.

Φυσικά όλα αυτά δεν έχουν καμιά σημασία κι απλά γράφω ότι μου κατεβαίνει στο κεφάλι. Απλά εκμεταλλεύομαι το άδειο δεύτερο γραφείο και όλοι με κοιτάνε περίεργα που πυροβολώ τα πλήκτρα με μια ταχύτητα που δεν ήξερα ότι ήμουν ικανός να πληκτρολογώ.
Και είδα και το Γιώργο και τη Δανάη λοιπόν, και την αδερφή της Δανάης, τη Μυρτώ που σπούδασε κάτι με Αρχιτεκτονική και θέλει τώρα να κάνει τη διπλωματική της σε κάτι με τη σύγκριση αυτοσχεδιασμό στη μουσική και την αρχιτεκτονική. Τι να πεις, εγώ μια ζωή μικρή θα την θυμάμαι, ως τη μικρή αδερφή της Δανάης που της μοιάζει.
Κι έτσι πέρασαν 3-4 μέρες στο χωριό. Την τελευταία το πρωί με πήγε ο φάδα ως το ΚΤΕΛ στην πόλη, για να πάρω το λεωφορείο για το χωριό του Δ. την γνωστή μου (από 5-6 ταξίδια πέρυσι) Ροδαυγή.
Μας έφτιαξε καφέ σε πλαστικό μια πολύ όμορφη ξανθιά πριν φτάσουμε στο ΚΤΕΛ και κάπνισα με λίγες ενοχές μπροστά στον πατέρα μου, επειδή έχει εκδηλώσει επιθυμία να το ξαναρχίσει το κάπνισμα κι εγώ του λέω καλύτερα όχι.

Έφτασα στα ΚΤΕΛ και έβγαλα εισιτήριο και συνειδητοποίησα ότι το κτελ ιωαννίνων ΔΕΝ ΔΕΧΕΤΑΙ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΤΥΠΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟΥ. Ολόκληρο το πλήρωσα και τους έβριζα στη μισή διαδρομή, τους απαράδεκτους.
Με δυο ώρες ύπνο, βέβαια, μετά το βρίσιμο με πήρε γρήγορα ο ύπνος και δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα με τα φαντεζί Μετέωρα στα δεξιά μου, ούτε με την επαγγελματική ταμπέλα «Στεφανής» που εδώ πουλάει Σιδηρά Υλικά και στην Κύπρο είναι κατάστημα με ηλεκτρικά. Απλά σκέφτηκα ότι πρέπει να ξεχνώ λίγο πιο αποτελεσματικά το Δεν Ξεχνώ της Κύπρου, τουλάχιστον όσο είμαι σε άδεια.
Γιάννενα-Άρτα καφές-Ροδαυγή.
Εδώ είμαστε. ΒΟΥΝΌ ΡΕ. ΑΚΟΥΤΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΟΥΝΟ;
Πουρνάρια, έλατα, καρυές, καστανιές, βλάστηση, αυτό είναι κλίμα. Το καλύτερο κλίμα. Και μου θυμίζει το χωριό του μακαρίτη του πάππου μου, την Οξυά και μακάρι να πήγαινα κι εκεί λίγο. Εδώ έχουμε το Δ. όμως και παρέακι και μουσικές και τσίπουρα και «μεγάλη ζωή και είμαστε λαρτζ» που λέει κι αυτός. Είναι τύπου όλντερ μπράδερ η σχέση. Τρώω πού και πού τα κολλήματά μου όσο δεν έχω τι να κάνω και περιδιαβαίνω νοητικά και τέτοια –ε μα δε μπορώ κάθε μέρα έξω και στις ίδιες φάσεις και μέχρι το πρωί­– αλλά περάσαμε και ωραίες φάσεις.

-182
Ροκανίζω το χρόνο. Βλέπω ανθρώπους και πάντα κάτι λείπει. Αίσθηση αδυναμίας. Συνειρμοί από μυρωδιές και μικρά ταξίδια σε χωροχρονοάχρηστες γωνιές. Μου λείπει το στρατόπεδο;
Μου λείπει σημείο αναφοράς γενικότερα. Με μια βαλίτσα στο χέρι, σε συνεχή αναμονή. Το μέλλον μου είναι τόσο στον αέρα που αν αύριο το πρωί με χτυπήσει νταλίκα δεν έγινε και τίποτα. Ρε, λέμε φωνάξτε την και τώρα.
Το πρόβλημά μου δεν είναι ότι είναι «όλα τόσο επιφανειακά» ή κάτι τέτοιο. Είναι ότι παρόλο που είναι επιφανειακά εγώ δεν μπορώ να τα αγγίξω.
Σε λιγότερο από τρεις μήνες θα είμαι ελεύθερος πολίτης. Μπορεί να φαίνεται μακριά αλλά είναι και κοντά. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και στο επόμενο πλάνο θα τραγουδάω κι εγώ με μια φρεσκοπλυμένη φόρμα παραλλαγής συν ρουφιάνο συν ελληνική σημαία τον εθνικό ύμνο στο 319 ρεμίξ, δίπλα σε κάμποσα άτομα που με τα περισσότερα θα με ενώνει μόνο τα πράσινα που φοράμε και το hit που τραγουδάμε.
Μου είπαν σήμερα ότι μετά την περίοδο της θητείας σου, για περίπου ένα εξάμηνο είσαι χαμένος. Τι μου λες τώρα; Τι άλλο να χάσω; Ή μάλλον πόσο να χαθώ; Όσο οι φόβοι μένουνε κόμποι και τους μετράω, δεν θα κάνω και τίποτα.
Χωρίς την παραμικρή βάση πέραν της γονικής εστίας στο χωριό, θέλω να νιώσω πιο ελεύθερος από ποτέ και να μην πισωγυρίσω. Το ‘γραφα από μικρός, το λέω και τώρα, στην άκρη της αβεβαιότητας. Ματαιότητα – αβεβαιότητα. Η στρατικοποίηση τα προλαμβάνει; Τα συγκρατεί ίσως, αλλά ξεχύνονται από παντού.
Και πόσο ακόμα να παρατηρείς όμως; Ως πότε αυτή η σπουδή; Μου μαθαίνει κάτι ή αρχίδια;

-186
Κυριακή αργό πρωινό ξύπνημα στην Άρτα, στο σπίτι που έζησε ο Νιόνιος όσο φοιτούσε εδώ πάνω, σε ένα καταπληκτικό δίπατο κοινόβιο, μονοκατοικία, απλά καταπληκτικό. Ξύπνημα αργά και μικρή εκδρομή στην Κόπραινα για να κυνηγήσουμε σαμιαμίδια, να πιούμε ούζα, να φάμε ψάρι, να γεμίσει το μάτι μας ορίζοντα και σε μια ετερόκλητη μεγαλοπαρέα να βρούμε κοινούς τόπους, μέχρι που μας έθλιψε όλους η είδηση ότι σκοτώθηκε ένα νεαρό παλικάρι και η προσπάθεια δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Σταματήσαμε να προσπαθούμε γιατί η μυρωδιά του θανάτου είχε γίνει ένα με μια ελαφριά μέθη, με τον ήχο μιας τηλεόρασης που έπαιζε κλαρίνα από Κυριακή στο Χωριό και ενός ραδιοφώνου που έπαιζε λαϊκά του 50, και με την αντανάκλαση του ήλιου σε ένα ποδήλατο απέναντι.

-189
­­Δεν ξέρω για Rory, αλλά όλως περιέργως  όπου κι αν πάω αυτό το απόγευμα, ακούγεται Tim Buckley. Και στο Ταυ στο Μοναστηράκι και στο δρόμο και στην Αρχοντία όταν κάθομαι ακούγεται από το Ντόκτορ Φίλγκουντ ο Τιμ και σκαλώνω. Μέσα σε 3 ώρες, σε  3 διαφορετικούς χώρους, ο Tim.

-190
Ένα πράγμα είναι ο στρατός. Τσακίζει το χρόνο. Και την αυτογνωσία. Σε ένα αστικό χώρο που ασφυκτιά, δεν υπάρχει φιλία, υπάρχει επιλογή. Εκεί όμως, σ’ αυτό το λίγο χρόνο ξεβρακώνεται ο καθένας.
Τα μονόλεπτά σου θα ομολογήσεις. Όχι αν ξέρεις κιθάρα. Όλα είναι εν δυνάμει. Τόλμα.

Κι αν κάποτε βρεθείς στο Πάνορμο, πήγαινε στον Βάρδη τον Παρασύρη, στην τελευταία ταβέρνα στην παραλία και πες του να σε βάλει να φας, να πιεις, να κοιμηθείς και θα σου βγάλει και τα εισιτήρια να γυρίσεις και πες του ότι θα έρθει ο Δ. ο φίλος σου ο ηθοποιός.

(Δ. Τζουμ.)- Μ’ αυτόν τον άνθρωπο θα ήθελα να γράφω συνέχεια τι λέει. Μου έβαλε στην τσέπη ένα χαρτονόμισμα ακριβώς λίγο πριν φύγει με τη μηχανή του. Μα κάνει τόσο δραματικές εξόδους. Γίνεται να κάνει καλύτερες εξόδους από εισόδους;

-191
Ένα αδιάφορο λάηβ. Σχεδόν διεκπεραιωτικό. Δεν με βοήθησε και πολύ ο ήχος για να νιώσω καλά. Χάρηκα όμως που είδα γνώριμες φάτσες. Είδα και τον Λεπού και τον Κρητικό. Και λίγες ώρες μετά θα έφευγα, πίσω για το νησί. Τουλάχιστον φρόντισα να μουδιάσω όσο μπορούσα περισσότερο για το σοκ που με περίμενε.


Ακολουθεί φώτο άλμπουμ της "άδειας-ρε-vol.II".

Φεύγω

Φτάνω

Καφές. Λάθως.

Αλίκη Ι

Αλίκη ΙΙ

Αλίκη ΙΙΙ

Ρόδον

Κεντρί

Δίπλα τα Μετέωρα.

Και ο άνθρωπος.

Και η φύση.

Και το λεωφορείο.

Κακολάγκαδο.

Πορτοκάλι Κουρδιστό.

Γιαγιάδες σε απόγνωση.

Κακολάγκαδο ΙΙ - Η επιστροφή του αλόγου

Μυροβόλος - Τσαλαμπούνης

Μυυροβόλος - Τσαλαμπούνης + γιαννιώτισσα σε απόγνωση/κατάκτηση

Το δίπατο στην Άρτα.

Φεύγοντας απ'αυτό.

Φεύγοντας απ'αυτό ΙΙ

Καπνός και τετράδιο.

Κόπραινα και ούζα.

Μια κακή είδηση, ένα σκυλί κι ένα ποδήλατο.

Μια λάμψη που χάθηκε.

Αυτοσχεδιάζοντας με τα ψάρια.

Σαμιαμίδια. Παντού.

Τζόγος.



Βιβλία θαλαμοφύλακα - πλακάκια.

Βιβλία θαλαμοφύλακα - πλακάκια ΙΙ

Βιβλία θαλαμοφύλακα - πλακάκια ΙΙΙ

Βιβλία θαλαμοφύλακα - πλακάκια IV

Βιβλία θαλαμοφύλακα - πλακάκια V

Βιβλία θαλαμοφύλακα - πλακάκια VI

Βιβλία θαλαμοφύλακα - πλακάκια VII

Ταβάνι τουαλέτας - Πορτοκάλι Κουρδιστό

Καπνικαρέα.

Αρχοντία και Tim Buckley

Δις. Ιζ. Φρέντο. Και η περήφανη Δήμητρα.

Σαλίγκαρος.


Δήμητρα, Όλγα και αυτός ο άλλος.


Σχέδια του Γ. Καρατζόν Ι

Σχέδια του Γ. Καρατζόν ΙΙ




Sunday, 26 August 2012

-172


Κυριακή μέσα. Σήμερα που μπορώ να κοιμηθώ αν θέλω και ως λίγο πριν τις 9, πετάγομαι 7 παρά. Περίεργα πράματα.
Κυκλοφορώ χωρίς νόημα. Τριβελίζει το νου μου το One more night των Maroon 5 και το παίζω στην κιθάρα και το τραγουδάω με ενθουσιασμό. Ο Γλοιωδέστατος ΛούΥ (εξτρίμλι κουλ ΛούΥ) που είναι και Ντιτζέη όπως ξέρουμε, ακούει και ένα «Έμινεμ» όπως φεύγει από εκεί που παίζω και όντως το πήγαινα προς τα εκεί, προς εκείνο το κομμάτι του Έμινεμ απ’το 8mile που ταιριάζει γάντι πάνω.

Τριγυρνώ στις ίλες. Κόσμος κλωτσάει μπάλες, κόσμος ασχολείται με αηδίες, κόσμος ασχολείται με κόσμο. Κόσμος δεν ασχολείται με τίποτα.
Το περιβάλλον γύρω μου κάνει fade out. Παρατηρώ σχεδόν σαν να λείπω ήδη. Πηγαίνω ο ίδιος στην άκρη του ματιού μου, χάνομαι στον ορίζοντα του οπτικού μου πεδίου, μπλέκομαι με τα χρώματα. Μόλις ξύπνησα. Μόλις ήπια καφέ. Χάνομαι μαζί με τα χρώματα.
Όχι. Άλλο. Ομοιόμορφα. Πράσινο. Κάρβουνο.
Νιώθω κουρασμένος. Χρειάζομαι άδεια και ταυτόχρονα φοβάμαι μην βγω και θέλω να επιστρέψω επιθυμώντας το μέσα του ιδρύματος.
Τι διδάσκει η αλλεπάλληλη αλληλομετατόπιση ευθυνών;

----------------------------------------------------------------

Στα μαγειρεία κόβουν τις πατάτες - αλλά για καλό και για κακό, το παραγγελιόχαρτο δεν είναι μακριά.

Πίσω απ'το δημαρχείο συχνάζει ένα τρομαγμένο σκυλί. Φυσικά τρομαγμένο, αφού οι γάτες με τα μεγάλα τους πόδια (εδώ κάτω) και τις περίεργες διαθέσεις τους είναι τρομακτικές.

Σαν να μ' έχει πηδήξει ο θεός είμαι, μαλάκα.. Πράου! (Έχω γράψει στη Βόρεια Πύλη ένα Πράου τεράστιο!)


Η γέννηση του Καψημιτζή - revisited για λόγους ανάπτυξης - δες παρακάτω.
  Κάθομαι να κάνω το θαλαμοφύλακα και διαβάζω μια ιστορία του 'ρονένκο. Μπαίνει μέσα ο καψημιτζής που πλέον έχει χώσει για πωλητή ένα 18χρονο που τον είχαν για επόπτη και πλέον προήχθη ο ίδιος σε επόπτη. Είναι και δεκανέας και οχτάμηνος ο άτιμος.
Είναι ένα από τα λίγα φρικαρισμένα τυπάκια που με κάνουν να φαίνομαι ήρεμος μπροστά τους.
Υπάρχει κόσμος που θυμάται ιστορίες από τον πρώτο καιρό που είχε έρθει στο χωριό που είχε χάσει τα γυαλιά του πίσω απ'το λουκάνικό του (σόρι, "σάκο ιματισμού του") και είχε κάνει ολόκληρη φασαρία, αγχωμένος ότι τον καψονάρανε και του τα κλέψανε. Όταν είχε βάλει τον αργυρό ανάπηρο να κάνει τον καψημιτζή [που πρέπει να 'ταν ο μόνος καψιμητζής στην ιστορία του στρατού που έκλεβε το καψημί και τον εαυτό του ταυτόχρονα δίνοντας παραπάνω ρέστα] τον προηγούμενο μήνα για να πάρει άδεια, έκανε μερικές υπηρεσίες για λίγες μέρες και όταν τον ενημερώσανε στη διάρκεια μιας υπηρεσίας θαλαμοφύλακα για το σκηνικό με τις εξαήμερες άδειες λόγω εμπλοκής, παράτησε οπλοβαστούς, κλειδιά και όπλα με πρόφαση ψυχολογικά προβλήματα, έπαθε ολόκληρο σοκ, παράτησε την εξάρτησή του στην καρέκλα και περίμενε (η εξάρτηση) εμένα μέχρι να κατέβω από τον όρχο, απ' όπου με φωνάξανε για να τον αντικαταστήσω. Κλάμματα, κακό, γιατρούς, έτρεξε στα ιατρεία και μετά φυσικά στον πολυαγαπημένο τους υπόδικα [μην ξεχάσουμε την  ατάκα του κουρέα μόλις τους είχε φύγει ο υπόδικας που τον παίρνει τηλέφωνο και του λέει "κύριε Λάμπρο μου, θα σας μαλώσω, πού μας αφήσατε μ' αυτόν τον άνθρωπο; δεν μας λυπάστε;"] για να καταφέρει να προεκτείνει την άδειά του και να μην ξεπέσει στα όρια άδειας της υπόλοιπης υπομονάδας. Έφαγε μια 5άρα για παράβαση ιεραρχίας, αλλά την άδεια που ήθελε την πήρε. Έτσι πάνε αυτά.
Για να μην πούμε για το ότι κάθε βράδυ που κλείνει το καψημί κάθεται και μιλάει κανά τρίωρο στο κινητό, με τη μάνα του κυρίως μαθαίνουμε τον τελευταίο καιρό. Μερικές φορές κάθεται και μιλάει με τους αύδμ. Ο γκριζομάλλης με τα πράντα μετά από μαραθώνιο μεταμεσονύχτιο τσατ, τον πρότεινε στο βιβλίο του αύδμ για τιμητική άδεια για υπερβάλλοντα ζήλο και τέτοια. Πολύ μπροστά. "Επιτέλους κάποιος εκτιμάει τη θυσία μου" ήταν η ατάκα του.
Ε λοιπόν - κάθομαι κάνω το θαλαμοφύλακα και μπαίνει μέσα ο Επόπτης. Και μου λέει
"Παλικάρι μου; Κάνε μου τη χάρη και στείλε μου μετά την αναφορά ένα άτομο για καθαριότητες καψημί. (γυρίζει και στον απέναντι θαλαμοφύλακα) Κι εσείς ένα, ναι;"
Ατάραχος του απαντάω "Κάθε βράδυ δεν στέλνουμε ένα;"
"Ναι, δεν θέλω να παίρνω τηλέφωνο να τα ψάχνω και να πλακωνόμαστε μωρέ τώρα."\
Τον αγνόησα και γύρισα στο βιβλίο μου. Άλλωστε τον τελευταίο καιρό, οι φρίκες του πολλαπλασιάζονται. Αγριοκοιτάει ανθρώπους, απαντάει απότομα σε ανθρώπους παρόλο που μας το 'παιζε παλιότερα ΚΑΙ πολιτισμένος. Προφανώς μας είχε ξεγελάσει. Τώρα, κάθε φορά που πάει να σου δώσει κάτι νομίζεις ότι σου κάνει χάρη και δεν ξέρεις όταν στρίβει να πάει στα ψυγεία πίσω αν σου δίνει το νερό ΑΦΟΥ αφού το 'χει καρφώσει με καμιά σύριγγα με έηντζ ξέρω 'γω ή κάτι χειρότερο. Και πού να τον δεις με τι ευτυχία και ανακούφιση σου λέει ότι δεν έχει νερά.
Γαμώ το σπίτι τους λέω εγώ. Έχει δίκιο όποιος είπε ότι τουλαχιστον στον Αυλώνα μας έβαζαν και μια κανάτα νερό στο τραπέζι, έστω για τα μάτια, για το "σας ταϊζουμε-σας ποτίζουμε". Εδώ, που είναι και νησί και Κύπρος μας δίνουν φαγητό αλλά περιμένουν να αγοράσουμε νερό. Και είμαστε και στους καύσωνες και σε μέρος που δεν πίνεται η μαλακία. Σιχτήρ λέω.

Saturday, 25 August 2012

-171


Σάββατο – έξοδος.
Ανιβέντφουλ γενικά μέρα. Ίντερνετ, καφές και βραχάκια με ΑΑ και Γένι.
Με το που κάθεσαι σ’ αυτά τα βραχάκια, ανάμεσα στο νερό, προσέχεις κατευθείαν το αεράκι που σε χτυπάει από παντού ομοιόμορφα και δεν μπορώ να μη χαμογελάσω. Μεταφέρομαι κατευθείαν κάπου αλλού.
Guiness, trip hop και κυνηγητό με κατσαρίδες μη μπουν στην πλάτη από το άνοιγμα μεταξύ μπλούζας και παντελονιού, συζητήσεις περί προσωπικότητας, υποταγής, εγωισμού, στρατού και διάτρητου «μάλιστα».
Η συζήτηση μεγαλώνει συνέχεια σε αλληλοεπεξηγήσεις και απανωτές εξηγήσεις, μικρές παρεξηγήσεις νοημάτων και παράπλευρες απώλειες νοημάτων και οπισθοχωρώ σιγά-σιγά, κάθομαι στην πίσω θέση και απλά παρατηρώ τη θέα, απολαμβάνω τη μπύρα και τα καυτερά Πρίνγολς γιατί τα κουνούπια δεν μου ‘χουν κάνει τίποτα τον τελευταίο καιρό (πλάκα-πλάκα μάλλον τα συνήθισα).
Η αλήθεια είναι ότι εκτός από πλάκα και λίγες σοβαρές συζητήσεις είναι στιγμές που προτιμώ την ακριβή σιωπή δίπλα σ’ ανθρώπους που μπορούν να την εκτιμήσουν, παρά την επαναληψιμότητα μιας σοβαρής συζήτησης προς χάριν του διαλόγου και μόνο. Στην υπόλοιπη έξοδο σιωπώ, καπνίζω, χαζεύω.
Και μ’ αρέσει. Εκτελώ το τελετουργικό του παγωτού της επιστροφής μόνος.

Σκίτσο του Καρατζον ως θαλαμοφύλακα

Τι ώρα είναι -ρε;

Ο χαμαιλέουρας βαριέται τις καθαριότητες

Ο Καρατζόν χαλάει την πόζα του Γένι.

Ο Ζάχα μετράει τις ώρες...

...και εξασκείται για να γίνει "τελικά και τραγουδιστής και μοντέλο"

Ανέμελες στιγμές στις περιμετρικές καθαριότητες.

Κι ο χαμαιλέοντας με την καρδιά στα πόδια τρέχει στο δέντρο της ελευθερίας.